Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

ΝΤΕΝΕΚΕΔΟΥΠΟΛΗ

 

video

 Οι Ήρωες της Ντενεκεδούπολης 

Ο Σαρδέλας 

 


Η Μηλίτσα


 Ο Σοφός

 

Ο Βουτυρένιος


Ο Οκέι - μπαμ - μπαμ


 Οι Ήρωες της Ντενεκεδούπολης  

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Δακτυλόκουκλες &

Γαντόκουκλες

 

 Ο αυθόρμητος νεαρός ... 
Η πρώτη μου δαχτυλόκουκλα ...


 Η ντίβα τρελοκοτσιδού ... δαχτυλόκουκλα
 

  
Ο μπαρμπα-Μιχαλιός ... δαχτυλόκουκλα


  
Ο τρελοσκατζόχοιρος ... γαντόκουκλα




 Ο υπναράς ... γαντόκουκλα


Όλες οι κούκλες μαζί ...

Εργασία στη σχολή στο Α' Εξάμηνο


Oι 4 εποχές του χρόνου


Ανάγλυφο κολάζ 

Εργασία στη σχολή  06.04.16

 


Τα παραμύθια του Άντερσεν 

"Ο Μολυβένιος Στρατιώτης"

 

 

Ο «μολυβένιος στρατιώτης» είναι το παραμύθι που μιλάει για τη αξία και την μοναδικότητα της αγάπης.

 

Κάποτε ένας κατασκευαστής παιχνιδιών αποφάσισε να φτιάξει μια σειρά από στρατιωτάκια. 
 
Πήρε λοιπόν ένα κομμάτι καλό ξύλο και άρχιζε να το ροκανίζει και να προσπαθεί να του δώσει μορφή. 
 
Αφού λοιπόν πέρασαν πολλές ημέρες και το αποτέλεσμα δεν ήταν καλό άρχισε να σκέφτεται με τι άλλο υλικό θα μπορούσε να φτιάξει τα μικρά του στρατιωτάκια. 
 
Κάποια μέρα ψάχνοντας στην αποθήκη του εργαστηρίου να βρει ένα εργαλείο έπεσε το μάτι του σε μια παλιά μολυβένια κατσαρόλα. 
 
Σκέφτηκε να κάνει ένα καλούπι και λιώνοντας την κατσαρόλα να φτιάξει μολυβένια στρατιωτάκια. 
 
Έτσι και έγινε.

Αφού έφτιαξε ένα πολύ καλό καλούπι έλιωσε την μολυβένια κατσαρόλα και κατασκεύασε 40 στρατιωτάκια. 
 
Μετά έκατσε και τα ζωγράφισε. 
 
Έκανε κόκκινες τις στολές τους και μαύρα τα παντελόνια τους και πράσινα τα καπελάκια τους με ένα κόκκινο φτερό.

Το ένα όμως στρατιωτάκι βγήκε από λάθος με ένα πόδι παρόλα αυτά το κουτσό στρατιωτάκι στεκόταν όρθιο όπως τα αλλά που είχαν δυο πόδια. 
 
Ο τεχνίτης ενθουσιασμένος από τους μικρούς στρατιώτες που έφτιαξε τους αράδιασε στη  βιτρίνα του μαγαζιού με τέτοιο τρόπο που έδιναν την εικόνα ενός μικρού στρατού.
 
Κάποια μέρα ένα ανδρόγυνο αφού θαύμασε αρκετή ώρα την βιτρίνα με τα στρατιωτάκια μπήκε στο μαγαζί και  τα αγόρασε όλα για να τα κάνει δώρο στη γιορτή του μικρού τους γιου. 
 
Ο μικρός μόλις άνοιξε το κουτί και αντίκρισε το μικρό στρατό έβγαλε μια φωνή από την χαρά του. 
 
Αχού τι ωραία στρατιωτάκια, σας ευχαριστώ που για το δώρο, θα τα βάλω αμέσως κάτω να παίξω. 
 
Αμέσως λοιπόν τα έστησε επάνω στο τραπέζι μαζί με τα άλλα δώρα πλάι στο ανάπηρο στρατιωτάκι στεκόταν στο ένα της πόδι σε μια χορευτική φιγούρα μια κούκλα μπαλαρίνα που φορούσε ένα κοντό φορεματάκι από ταυτα. 
 
Το στρατιωτάκι μόλις αντίκρισε την κούκλα δίπλα του αισθάνθηκε ένα σκίρτημα στην καρδιά του. 
 
Αυτή η γυναίκα είναι για μένα είπε. 
 
Κρύφτηκε πίσω από έναν χάρτινο πύργο και περίμενε να νυχτώσει για να πάει κρυφά από τα άλλα στρατιωτάκια να της μιλήσει.
 
Το βράδυ λοιπόν μόλις τα παιδιά πήγαν για ύπνο και στο σπίτι έπεσε σκοτάδι και σιωπή το στρατιωτάκι άρχισε να ψάχνει να βρει την πανέμορφη μπαλαρίνα μα πουθενά. 
 
Κουρασμένος  μετά από αρκετή ώρα ξάπλωσε πάνω στο τραπέζι και αποκοιμήθηκε.
 
Την άλλη μέρα το πρωί μόλις ξύπνησε το αγόρι πήγε κατευθείαν στο τραπέζι με τα παιχνίδια πήρε τον κουτσό στρατιώτη και τον έβαλε στο έξω περβάζι του παράθυρου για να φυλαει το σπίτι. 
 
Σε λίγο έπιασε δυνατή βροχή και δυο παιδιά που περνούσαν απέξω στάθηκαν κάτω από την μαρκίζα του παραθύρου για να μη βραχούν. 
  
Κάποια στιγμή είδαν το κουτσό στρατιωτάκι και το πήραν. 
 
Αφού έφτιαξαν ένα χάρτινο καραβάκι έβαλαν επάνω το μικρό στρατιωτάκι και το έβαλαν με προσοχή πάνω στην επιφάνεια του νερού που κυλούσε στο ρυάκι του δρόμου. 
 
Ο μικρός στρατιώτης ταξίδεψε έτσι πάνω στο φύλλο για πολύ ώρα ώσπου κάποια στιγμή έφτασε σε έναν αγωγό που τον παρέσυρε σε έναν σκοτεινό υπόνομο.

 - Αχ! τι πυκνό σκοτάδι είναι αυτό εδώ μέσα;

 - Αχ! τι καλά που ήταν να είχα την αγαπημένη μου χορεύτρια εδώ δίπλα μου.

Ξαφνικά την ησυχία του υπονόμου αναστάτωσαν στριγκλιές από τα ποντίκια που  κατοικούσαν εκεί και ένας χοντρός ποντικός παρουσιάστηκε μπροστά του και του είπε:

 - Για πες μου φιλαράκο πως βρέθηκες εσύ εδώ μέσα;

 - Δεν ξέρεις πως εδώ είναι περιοχή ελεγχόμενη από εμάς τα ποντίκια;

 - Έκανες παρά πολύ άσχημα που τρύπωσες στο σπίτι μας.
 
Το στρατιωτάκι χωρίς να δώσει καμία απάντηση συνέχισε το ήρεμο ταξίδι του στο φυλλαράκι που το παρέσυραν μακριά τα νερά του υπονόμου. 
 
Τα ποντίκια θυμωμένα από την περιφρόνηση του στρατιώτη όρχησαν αμέσως να φωνάζουν:

 - Πιάστε τον, πιάστε τον μην το αφήσετε να απομακρυνθεί…

 - Αυτός είναι κατάσκοπος... κατάσκοπος!

Τα νερά του υπονόμου σύντομα έφτασαν στη θάλασσα, μεγάλα κύματα αναποδογύρισαν το μεγάλο πλατύφυλλο και ο μικρός μολυβένιος στρατιώτης άρχισε να βυθίζεται στα βαθιά νερά…

Όταν ένα μεγάλο ψάρι τον πλησίασε γρήγορα άνοιξε το στόμα του και τον κάταπιε ολόκληρο.
  

- Πωπωωω τι πυκνό σκοτάδι είναι εδώ μέσα….

Το μικρό στρατιωτάκι δεν έχασε το θάρρος του έμεινε ακίνητο με το όπλο στον ώμο του. 
 
Κάποια στιγμή το ψάρι άρχισε να σπαρταρά και να στριφογυρίζει σαν τρελό. 
 
Μετά από λίγο έμεινε ακίνητο και μετά από αρκετό χρονικό διάστημα κάποιος άνοιξε το στόμα του ψαριού και μια φωνή ακούστηκε:

 - Αχ! απίστευτο το στρατιωτάκι μας που το παρέσυρε το ρυάκι πριν από μερικές μέρες βρίσκετε μέσα στο στόμα του ψαριού.

Τότε το στρατιωτάκι κατάλαβε τι είχε συμβεί… 
 
Κάποιος ψαράς έπιασε το ψάρι το πήγε στην αγορά και το αγόρασε η μαγείρισσα που δούλευε στο σπίτι που ζούσε ο μικρός και οι γονείς του που έκαναν δώρο για την γιορτή του τα μολυβένια στρατιωτάκια. 
 
Η μαγείρισσα πήρε προσεκτικά το στρατιωτάκι από το στομάχι του ψαριού  και το πήγε στο τραπέζι που ήταν και τα άλλα στρατιωτάκια το μικρό αγόρι ξετρελαμένο από την χαρά του έπλυνε προσεκτικά το στρατιωτάκι τόκοι φάνηκαν πάλι λαμπερά τα ωραία χρώματα της στολής του. 
 
Ο μικρός όμως στρατιώτης ήταν ζαλισμένος από την ξαφνική επιστροφή του στο σπίτι και αισθανόταν ευτυχισμένος που βρισκόταν πάλι στην αγαπημένη του χορεύτρια. 
 
Τότε εκείνη γύρισε και κοίταξε επιτέλους το ανάπηρο στρατιωτάκι. 
 
Η καρδιά της σκίρτησε από λαχταρά να τον αγγίξει.
 
Ο στρατιώτης ένιωσε μια ευτυχία να πλημμυρίζει την καρδιά του.

Σε λίγες μέρες που το αγόρι είχε τους φίλους του μαζεμένους στο σπίτι ένα παιδί άθελα του έσπρωξε το μικρό στρατιωτάκι και εκείνο έπεσε στο αναμμένο τζάκι. 
 
Αμέσως η στολή του τυλίχτηκε στις φλόγες.

 - Αχ! Αχ! καίγομαι…. Καίγομαι…
 
Σιγά σιγά το στρατιωτάκι άρχισε να λιώνει με την σκέψη του όμως πάντα στην πολυαγαπημένη του χορεύτρια. 
 
Εκείνη την στιγμή η πόρτα άνοιξε από έναν δυνατό άνεμο και ο αέρας που μπήκε στο δωμάτιο παρέσυρε την μικρή χορεύτρια και την έριξε και αυτή στο τζάκι δίπλα στον αγαπημένο της στρατιώτη. 
 
Άρχισε και αυτή λοιπόν να καίγεται πλάι του. 
 
Έτσι τελείωσε η θλιβερή αυτή ιστορία του μικρού μολυβένιου στρατιώτη και της πανέμορφης χορεύτριας που χάθηκαν μαζί!

Τα παραμύθια του Άντερσεν 

"Το Ασχημόπαπο"

 

  

Το «ασχημόπαπο» είναι το παραμύθι που μιλάει για τη σημασία του να είναι κανείς διαφορετικός και αποδεκτός από τους άλλους, για την αγάπη στον διπλανό, για την ανάγκη της περιπέτειας και της αναζήτησης.

 

 Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ'ένα καταπράσινο αγρόκτημα μια πάπια. 


Είχε φτιάξει ανάμεσα σε κάτι καλάμια μία μικρή φωλιά κι εκεί κλωσούσε τα αυγά της. 

Κάθε μέρα καθόταν ώρες ολόκληρες πάνω στ'αυγουλάκια, τα ζέσταινε και περίμενε πως και πως να βγουν από μέσα τους τα μικρά παπάκια.

Ώσπου μια μέρα τ'αυγά άρχισαν να ραγίζουν κι από μέσα ξεπρόβαλλαν όμορφα κίτρινα παπάκια. 

Η πάπια καμάρωνε τα παιδάκια της, αλλά κοιτούσε με ανησυχία ένα αυγό που δεν είχε σπάσει ακόμη.

Όταν έσπασε από μέσα δεν βγήκε ένα παπάκι όπως τα προηγούμενα! 

Η πάπια κοίταξε με περιέργεια αυτό το πλασματάκι που είχε γκρίζο τρίχωμα και ήταν πιο άσχημο απο τ'άλλα παπάκια.

- Βρε λες το αυγό να ήταν από γαλοπούλα; σκεφτόταν η πάπια καθώς καμάρωνε τα παπάκια της. 

Θα δούμε.... 

Αν είναι γαλόπουλο θα φοβάται να μπει στο νερό.

Έτσι όταν πέρασαν λίγες μέρες η πάπια πήρε τα παπάκια της και πήγαν στην λιμνούλα που ήταν εκεί κοντά. 

Όλα τα παπάκια ακόμη και το γκρίζο βούτηξαν χαρούμενα στο νερό και ακολούθησαν τη μανούλα τους. 

Η πάπια σαν είδε και το γκρίζο παπί να μπαίνει στο νερό πείστηκε πως ήταν σίγουρα δικό της και αποφάσισε να το αγαπάει όπως και τα άλλα της παιδιά.

Ο καιρός περνούσε κι ενώ τα αδέρφια του γίνονταν όλο και πιο όμορφα, αυτό φαινόταν όλο και πιο άσχημο δίπλα τους. 

Τα ζώα του αγροκτήματος το κορόιδευαν, το ίδιο και τα αδέρφια του.

Εκείνο στεναχωρημένο έτρεχε και κρυβόταν κάτω από τα πούπουλα της μαμάς-πάπιας. 

Μην στεναχωριέσαι παιδάκι μου, του έλεγε εκείνη που το αγαπούσε. 

Δεν είσαι άσχημο, απλά είσαι διαφορετικό.

Μια μέρα όμως μία από τις κότες στο αγρόκτημα το πήρε στο κυνήγι τσιμπώντας το. 

Τα άλλα ζώα βρήκαν την ευκαιρία και άρχισαν να υποστηρίζουν την κότα.

Το παπάκι απογοητευμένο αποφάσισε να φύγει. 

Πήδηξε τον φράχτη της αυλής και ξεκίνησε να βρει ένα μέρος που δεν θα το κορόιδευαν πια. 

Μετά πολλά έφτασε σε μια απομονωμένη λίμνη κι εκεί κρύφτηκε σε μια σπηλιά.

Μια μέρα εκεί που βγήκε από τη σπηλιά μήπως έβρισκε τίποτα σκουλήκια για να φάει είδε στον ουρανό κάτι πανέμορφα πουλιά να πετούν.

Τα θαύμαζε πολύ ώρα μα μόλις πλησίασαν τη λίμνη τρομαγμένο μη το κοροϊδέψουν για την ασχήμια του κρύφτηκε πάλι στην σπηλιά του. 

Πέρασε το καλοκαίρι, το φθινόπωρο και ο χειμώνας και ήρθε ξανά η άνοιξη.

Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος από τότε που το παπάκι είχε φύγει από το σπίτι του. 

Μόλις είχαν λιώσει λίγο τα χιόνια βγήκε από την σπηλιά του για να κολυμπήσει στη λίμνη.

Ξάφνου εκεί που κολυμπούσε είδε στα νερά της λίμνης το είδωλό του! 

Έμεινε έκπληκτο να κοιτάει. 

Γιατί δεν ήταν πια το άσχημο παπάκι αλλά ένας μεγάλος και όμορφος κύκνος! 

Λίγο πιο ΄κει είδε τα όμορφα πουλιά που είχε θαυμάσει τότε, την ώρα που πετούσα. 

Ένα από αυτά το πλησίασε.

Για δες ένας κύκνος. 

Είσαι αδερφός μας λοιπόν. 

Θες να έρθεις μαζί μας; 

Να μας ακολουθείς στα μακρινά μας ταξίδια; 

Το παπάκι που είχε γίνει πια ένας πανέμορφος κύκνος δέχτηκε με χαρά. 

Αποφάσισε να ακολουθήσει τους κύκνους στα μακρινά ταξίδια τους κι έτσι γνώρισε όλο τον κόσμο.

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ 


ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΗ  

02.12.15

"Το παραπονιάρικο αλογάκι και η παιχνιδιάρικη πεταλούδα"


 
 AΝΑΓΛΥΦΟ ΚΟΛΑΖ


13.01.16 Πρόοδος Α' Εξαμήνου - "Η πόλη"


 13.04.16 Πρόοδος Β' Εξαμήνου - "Το Πάσχα"


 15.01.16 "Φθινόπωρο"


11.03.16 "Άνοιξη"


06.04.16 "Οι εποχές"


23+30.03.16 "Τι μέρα είναι σήμερα;" - Οι ημέρες της εβδομάδας
Ομαδική εργασία , τρεις συμμαθήτριες μαζί  
Μ. Βαλσαμίδη - Α. Γεωργακοπούλου - Α. Κάτσαρη


 23+30.03.16 "Τι μέρα είναι σήμερα;" - Οι ημέρες της εβδομάδας


15.06.16 Εξεταστική Ιουνίου Β' Εξαμήνου 
Πρόσκληση για σχολική γιορτή με θέμα "Το καλοκαίρι"




DECOUPAGE ... ανακυκλώσιμων υλικών 

 Decoupage σε πλαστικό δίσκο
 
  
Decoupage σε χάρτινο κουτί 

  
Decoupage σε χάρτινο κουτί


Decoupage σε χάρτινο κουτί 



 Decoupage σε κερί


 Decoupage σε χάρτινο δίσκο - η μία πλευρά



Decoupage σε χάρτινο δίσκο - η άλλη πλευρά


 Decoupage σε μεταλλικό κουτί
 

Decoupage σε μεταλλικό κουτί

 

Οι μύθοι του Αισώπου 

"Το Αρνάκι Και Ο Λύκος"

 


Οι μύθοι του Αισώπου 

"Ο λαγός και η χελώνα"

 

Ο λύκος και τα 7  κατσικάκια



Ήταν μια φορά μία κατσίκα η οποία είχε επτά μικρά κατσικάκια. 

Η κατσίκα αγαπούσε πολύ τα κατσικάκια της όπως κάθε μητέρα μητέρα αγαπάει τα παιδιά της. 

Μια μέρα πήγε στο δάσος για  να τους φέρει φαγητό και πριν φύγει τα φώναξε κοντά της και τους λέει: 

«παιδάκια μου εγώ θα βγω στο δάσος, για αυτό εσείς θα πρέπει να προσέχετε. 

Ειδικά να φυλαχτείτε  από τον λύκο γιατί αν μπει μέσα στο σπίτι, θα σας φάει όλα όπως είσαστε με τη μία. 

Έχετε τον νου σας γιατί ο κακούργος μπορεί και μεταμφιέζεται και αλλάζει όσες μορφές θέλει.   

Ότι και να κάνει όμως, πάντοτε η φωνή του παραμένει βραχνή και τα πόδια του είναι μαύρα».
 
Τα κατσικάκια απάντησαν:   
 
«μητέρα μη φοβάσαι θα προσέχουμε, πήγαινε εσύ και μη στεναχωριέσαι».  
 
Έτσι η κατσίκα ξεκίνησε ήσυχη για το δάσος. 
 
Δεν πέρασε πολύ ώρα και κάποιος χτύπησε την πόρτα φωνάζοντας: 
 
«ανοίξτε παιδιά μου, είμαι η μαμά σας και έφερα κάτι για τον καθέναν από εσάς». 
 
Αλλά τα κατσικάκια άκουσαν την βραχνή φωνή και κατάλαβαν ότι είναι ο λύκος. 
 
«Φύγε λύκε και δεν θα σου ανοίξουμε, η μητέρα μας έχει μια λεπτή γλυκιά φωνή ενώ η δικιά σου είναι βραχνή».
 
Τότε ο λύκος πήγε σε έναν πλανόδιο πωλητή και αγόρασε ένα μεγάλο κομμάτι κιμωλία. 
 
Αφού έφαγε την κιμωλία η φωνή του έγινε ψιλή. 
 
Μετά επέστρεψε και χτύπησε την πόρτα φωνάζοντας: 
 
«ανοίξτε παιδιά μου, είμαι η μαμά σας και έφερα κάτι για τον καθέναν από εσάς!»  

Αλλά ο λύκος είχε ακουμπήσει το μαύρο πόδι του στο παράθυρο. 
 
Τα παιδιά που παρατήρησαν το μαύρο πόδι απάντησαν: 
 
«δεν σου ανοίγουμε, η μαμά μας δεν έχεις μαύρο πόδι όπως εσύ: εσύ είσαι ο λύκος».
 
Μόλις είδε ότι και πάλι δεν του άνοιξαν τα παιδιά, πήγε τρέχοντας στον φούρναρη και του λέει: 
 
«χτύπησα το πόδι μου, άλειψε το με ζυμάρι για να μην πονάει». 
 
Όταν ο φούρναρης έβαλε το ζυμάρι στο πόδι, ο λύκος πήγε στον μυλωνά και του ζήτησε να του ρήξει αλεύρι πάνω στη ζύμη. 
 
Ο μυλωνάς σκέφτηκε ότι κάποια βρομοδουλειά  θα ετοιμάζει και αρνήθηκε. 
 
Τότε ο λύκος τον απείλησε: 
 
«αν δεν βάλεις αλεύρι θα σε φάω». 
 
Έτσι ο μυλωνάς έρηξε άσπρο αλεύρι πάνω στη ζύμη που είχε στο πόδι του ο λύκος.
 
Μετά από αυτό ο κακοποιός πήγε για τρίτη φορά στο σπίτι με τα κατσικάκια και αφού χτύπησε την  πόρτα του είπε: 
 
“Ανοίξτε μου παιδάκια μου, η μητερούλα σας είμαι. 
 
Μόλις γύρισα από το δάσος και έχω φέρει κάτι για τον καθέναν από εσας”. 
 
Τα κατσικάκια τότε απάντησαν: 
 
“δείξε μας το πόδι σου για να δούμε αν είσε πράγματι η μητερούλα μας”. 
 
Τότε έβαλε το πόδι του στο παράθυρο και όταν είδαν ότι είναι άσπρο πίστεψαν ότι έλεγε την αλήθεια και άνοιξαν την πόρτα. 
 
Αυτός όμως που μπήκε μέσα ήταν ο λύκος.
 
Μόλις τον είδαν τα κατσικάκια τρόμαξαν και έτρεξαν να κρυφτούνε. 
 
Το ένα πήδηξε και κρύφτηκε κάτω από το τραπέζι, το δέυτερο κάτω από το κρεβάτι, το τρίτο μέσα στον φούρνο, το τέταρτο μέσα στην κουζίνα, το πέμπτο μέσα στην ντουλάπα, το έκτο μέσα στην λεκάνη του νεροχύτη και το έβδομο στο ντουλάπι του ρολογιού. 
 
Αλλά ο λύκος τα βρήκε όλα και δεν καθυστέρησε καθόλου, κατάπινε το ένα κατσικάκι μετά το άλλο. 
 
Μόνο το έβδομο κατσικάκι, το μικρότερο που είχε κρυφτεί στο ντουλάπι του ρολογιού δεν κατάφερε να βρει. 
 
Μόλις ο λύκος ευχαρίστησε την όρεξη του σύρθηκε βαρύς βαρύς και ξάπλωσε έξω στην πρασινάδα κάτω από δέντρο και αποκοιμήθηκε.
 
Δεν πέρασε πολύ ώρα όταν η κατσίκα επέστρεψε στο σπίτι της. 
 
Τι ήταν αυτό που αντίκρυσε η δύστυχη; 
 
Η πόρτα ήταν ορθάνυχτη: το τραπέζι, η καρέκλες και οι πάγκοι ήταν αναποδογυρισμένα, ο νιπτήρας σπασμένος, η κουβέρτα και τα μαξιλάρια πεταμένα κάτω από το κρεβάτι.   
 
Έψαχνε για τα παιδιά της αλλά πουθενά δεν μπορούσε να τα βρει. 
 
Μετά άρχισε να τα φωνάζει ένα, ένα με το ονομά τους αλλά κανένα δεν απαντούσε.   
 
Επιτέλους όταν φώναξε το μικρότερο, τότε ακούστηκε μία λεπτή φωνούλα η οποία έλεγε:  
 
«εδώ μανούλα στο ντουλάπι του ρολογιού.» 
 
Η μητέρα πήγε στο ρολόι και έβγαλε το μικρό της. 
 
Θα μπορείτε να φανταστείτε πόσο πολύ έκλαψε η κατσίκα για τα καημένα τα παιδιά της.
 
Επιτέλους παρά την θλίψη της βγήκε από το σπίτι και το μικρό το κατσικάκι την ακολούθησε. 
 
Μόλις έφτασε στην πρασινάδα βρήκε τον λύκο ο οποίος ήταν ξαπλωμένος κάτω από ένα δέντρο και ροχάλιζε. 
 
Η κατσίκα τον παρατηρούσε από όλες τις πλευρές μέχρι που τελικά είδε ότι στην παρατεντωμένη κοιλιά του κάτι κουνιόταν. 

«Θεέ μου, λες να είναι ακόμη ζωντανά τα καημένα τα παιδάκια μου;» αναρωτήθηκε.
 
Έστειλε τότε το μικρό κατσικάκι στο σπίτι για να φέρει ψαλίδι, σχοινί και ύφασμα. 
 
Μετά έκοψε την κοιλάρα του τέρατος και πριν ακόμη ολοκληρώσει καλά- καλά την πρώτη κοψιά, τσουπ πετάχτηκε το κεφαλάκι από το πρώτο κατσικάκι. 

Καθώς συνέχισε να κόβει πετάχτηκαν και τα έξι κατσικάκια έξω. 
 
Όλα ήταν ακόμη ζωντανά και δεν είχαν πάθει απολύτως τίποτα, καθώς ο λύκος τα είχε καταπιεί ολόκληρα από την λαιμαργία του. 
 
Η κατσίκα και τα κατσικάκια χαιρόταν και χόρευαν από την ευτυχία τους.
 
Η μητέρα όμως τα έστειλε να πάνε να βρούνε πέτρες για να γεμίσουν την κοιλιά του κακού λύκου όσο ακόμα κοιμόταν. 
 
Τότε τα επτά κατσικάκια κουβάλησαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν πέτρες και τις βάλανε στην κοιλιά του λύκου. 
 
Μετά η κατσίκα μπάλωσε την κοιλιά όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
 
Όταν επιτέλους ξύπνησε ο λύκος σηκώθηκε στα πόδια του, και επειδή οι πέτρες του προκάλεσαν τεράστια διψά, ήθελε να πάει σε ένα πηγάδι και να πιει. 
 
Όταν όμως άρχισε να περπατάει οι πέτρες στην κοιλιά του άρχισαν να κουνάνε πέρα δώθε. 
 
Τότε φώναξε:
 
«τι κουνάει και χτυπάει και είναι μέσα στην κοιλιά νόμιζα ήταν κατσικάκια μα σαν πέτρα με χτυπά».

Τα κατσικάκια τότε πήγαν στο πηγάδι και φώναζαν: 
 
«Ο λύκος πέθανε, ο λύκος πέθανε» και χόρευαν με την μητέρα τους γύρω, γύρω από το πηγάδι.
 
Τα τρία γουρουνάκια



Ένα πολύ γνωστό παραμύθι που μιλάει για την ενηλικίωση και την απομάκρυνση των παιδιών από το προστατευμένο περιβάλλον της οικογένειάς τους. 

Πρόκειται για μια ιστορία που διαδόθηκε πάρα πολύ στις δυτικές χώρες όπως και στην Ελλάδα λόγω των ηθικών της διδαγμάτων. 
 
Η πρώτη έντυπη έκδοση του παραμυθιού έγινε το 1840 από τον Τζέιμς 'Ορχαρντ Χάλιγουελ-Φίλιπς (James Orchard Halliwell-Phillipps). 
 
Όμως η πιο γνωστή έκδοση είναι αυτή που γράφτηκε από τον Τζόζεφ Τζέικομπς (Joseph Jacobs) και τυπώθηκε το 1890, με αναφορά στον Χάλιγουελ ως πηγή.  
 
Παρ' όλα αυτά θεωρείται ότι η ιστορία αυτή είναι πολύ παλαιότερη.

Αφήνω τα πολλά λόγια και μεταφέρω εδώ το παραμύθι όπως τυπώθηκε από τον Τζέικομπς.
 
Μια φορά και έναν καιρό ήταν τρία γουρουνάκια που ζούσαν με την μαμά τους. 
 
Όταν μεγάλωσαν τα γουρουνάκια η μαμά τους τους είπε:
- Παιδιά μου μεγαλώσατε πια και ήρθε η ώρα να φύγετε από το σπίτι και να πάτε να βρείτε την τύχη σας. Να θυμάστε μόνο πως σε ότι και αν κάνετε να δίνετε τον καλύτερό σας εαυτό και να το κάνετε όσο καλύτερα μπορείτε.
Έτσι τα τρία γουρουνάκια χαιρέτησαν τη μαμά τους και έφυγαν από το σπίτι.

Το πρώτο γουρουνάκι δεν πρόλαβε καλά καλά να απομακρυνθεί από το σπίτι και είδε έναν άνθρωπο που κουβαλούσε άχυρα. 
 
Χωρίς να το σκεφτεί και πολύ έτρεξε γρήγορα δίπλα του και του είπε:
- Σε παρακαλώ άνθρωπέ μου, πούλησέ μου τα άχυρά σου. Θέλω να φτιάξω με αυτά το σπίτι μου.
Ο άνθρωπος παραξενεύτηκε που το γουρουνάκι ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι από άχυρα. 
 
Παρόλ' αυτά του τα πούλησε.  
 
Έτσι το πρώτο γουρουνάκι βρήκε ένα ωραίο μέρος και χωρίς πολύ κόπο, έφτιαξε ένα σπίτι από άχυρα για να μείνει. 
 
Τα αδέρφια του το αποχαιρέτησαν και συνέχισαν το ταξίδι τους.

Μια μέρα, ένας πεινασμένος λύκος περπατούσε στο δρόμο και έψαχνε να βρει κάτι να φάει. 
 
Εκεί που περπατούσε, είδε από μακριά το σπίτι με τα άχυρα και απ' έξω το γουρουνάκι. 
 
Να μια καλή ευκαιρία για να φάω, σκέφτηκε και πλησίασε προς το σπίτι. 
 
Το γουρουνάκι μόλις τον είδε έτρεξε στο σπίτι του για να προστατευθεί. 
 
Στάθηκε λοιπόν ο λύκος έξω από το σπίτι και αφού χτύπησε δυνατά την πόρτα φώναξε:

- Γουρουνάκι, άνοιξέ μου και άφησέ με να μπω μέσα.
- Σιγά να μην σου ανοίξω για να μπεις μέσα και να με φας, απάντησε το γουρουνάκι.
- Τότε κι εγώ θα φυσήξω με όλη μου την δύναμη και θα γκρεμίσω το σπίτι σου, αποκρίθηκε ο λύκος.
Έτσι, φύσηξε και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια το σπίτι γκρεμίστηκε. 
 
Τότε ο λύκος έτρεξε, έπιασε το γουρουνάκι και το έφαγε!

Τα άλλα δύο γουρουνάκια που έμαθαν τι έπαθε ο αδερφός τους σκέφτηκαν ότι θα πρέπει να είναι πιο προσεκτικά. 
 
Εκεί που περπατούσαν, βλέπουν ένα άνθρωπο που κουβαλούσε ένα φορτίο με ξύλα. 
 
Το δεύτερο γουρουνάκι πήγε αμέσως κοντά του και του είπε:
- Καλέ μου άνθρωπε, πούλησέ μου τα ξύλα σου για να φτιάξω το σπίτι μου.
Και πράγματι ο άνθρωπος του πούλησε τα ξύλα.
 
Τότε, το γουρουνάκι έφτιαξε ένα ωραίο ξύλινο σπίτι για να μείνει. 
 
Κουράστηκε λίγο, άλλα σκέφτηκε ότι δεν πειράζει γιατί το σπίτι που είχε φτιάξει ήταν πιο γερό από του ανόητου αδερφού του. 
 
Έτσι αποχαιρέτησε τον αδερφό του, μπήκε μέσα στο σπιτάκι του, κάθησε στην καρέκλα του και απολάμβανε την ζεστασιά του σπιτιού.

Στο μεταξύ ο κακός λύκος άρχισε πάλι να πεινάει. 
 
Εκεί που περπατούσε και σκεφτόταν τι να φάει, είδε το ξύλινο σπίτι και μέσα σε αυτό το δεύτερο γουρουνάκι. 
 
Αμέσως πήγε κοντά, χτύπησε δυνατά την πόρτα και είπε:

- Γουρουνάκι, άνοιξέ μου και άφησέ με να μπω μέσα.
- Δεν με ξεγελάς εμένα λύκε, φώναξε από μέσα το γουρουνάκι. Αν σου ανοίξω θα μπεις μέσα και θα με φας.
- Τότε κι εγώ θα φυσήξω με όλη μου την δύναμη και θα σου γκρεμίσω το σπίτι, απάντησε νευριασμένος ο λύκος.
Έτσι, φύσηξε μια, φύσηξε δυο και μετά από αρκετή προσπάθεια το σπίτι γκρεμίστηκε. 
 
Τότε ο λύκος έτρεξε γρήγορα, έπιασε το γουρουνάκι και το έφαγε και αυτό!

Το τρίτο γουρουνάκι δεν ήταν ανόητο σαν τους αδερφούς του. 
 
Αφού περπάτησε και έψαξε πολύ, βρήκε έναν άνθρωπο που κουβαλούσε τούβλα.
- Σας παρακαλώ κύριε, του είπε, πουλήστε μου τα τούβλα σας για να φτιάξω το σπίτι μου.
Και τότε ο άνθρωπος αποφάσισε να δώσει τα τούβλα στο γουρουνάκι.

Το τρίτο γουρουνάκι κουράστηκε πολύ για να φτιάξει το σπίτι του. 
 
Του πήρε πολλές ημέρες, στο τέλος όμως έφτιαξε ένα πολύ γερό σπίτι από τούβλα και τσιμέντο. 
 
Μπήκε λοιπόν μέσα και κάθισε για να ξεκουραστεί.

Ο κακός λύκος που είχε πεινάσει πάλι, είδε το σπίτι από το τρίτο γουρουνάκι. 
 
Σκέφτηκε ότι ήταν η ευκαιρία του να το φάει και αυτό όπως τα αδέρφια του και ευθύς πήγε και χτύπησε την πόρτα:
- Γουρουνάκι, άνοιξέ μου και άφησέ με να μπω μέσα, φώναξε.
- Δεν σου ανοίγω λύκε. Θα φας κι εμένα όπως τα αδέρφια μου, απάντησε αυτό.
- Τότε κι εγώ θα φυσήξω με όλη μου την δύναμη και θα σου γκρεμίσω το σπίτι, απάντησε ξανά ο λύκος.
Τότε άρχισε να φυσάει και να ξεφυσάει με όλη του την δύναμη. 
 
Όμως το σπίτι ήταν πολύ γερό και μετά από κάποιες ώρες, ο λύκος κατάλαβε ότι δεν πρόκειται να καταφέρει τίποτα έτσι. 
 
Κάθησε λοιπόν και σκέφτηκε ότι για να φάει το γουρουνάκι θα πρέπει να το ξεγελάσει.
 
Έτσι του είπε:

- Γουρουνάκι, ξέρω ένα ωραίο χωράφι με γογγύλια!
- Πού είναι; ρώτησε το γουρουνάκι.
- Είναι εδώ παρακάτω στο αγρόκτημα. Αν θέλεις, αύριο το πρωί θα περάσω να σε πάρω να πάμε παρέα και να πάρουμε μερικά.
- Εντάξει, απάντησε το γουρουνάκι, αύριο θα ετοιμαστώ για να πάμε. Μόνο πες μου τι ώρα θα περάσεις.
- Θα περάσω στις έξι, απάντησε ο λύκος και έφυγε σίγουρος ότι έπιασε το κόλπο του.
Το γουρουνάκι όμως που ήταν έξυπνο, κατάλαβε το κόλπο του λύκου. 
 
Έτσι, ξύπνησε στις πέντε και πήγε μόνο του στο αγρόκτημα. 
 
Μέχρι να πάει η ώρα έξι είχε ήδη μαζέψει τα γογγύλια και είχε γυρίσει στο σπίτι του. 
 
Ο λύκος πήγε στο σπίτι στις έξι όπως είχαν συμφωνήσει, χτύπησε την πόρτα και είπε:

- Γουρουνάκι είσαι έτοιμο;
- Έτοιμο, μόνο που μέχρι να έρθεις πήγα στο αγρόκτημα και μάζεψα τα γογγύλια μου. Τώρα ετοιμαζόμουν να φτιάξω μια ωραία κατσαρόλα με φαγητό!
Ο λύκος όταν το άκουσε αυτό θύμωσε πολύ. 
 
Παρόλ' αυτά σκέφτηκε ότι αν προσπαθούσε πάλι θα κατάφερνε να ξεγελάσει το γουρουνάκι και έτσι είπε:
- Γουρουνάκι, ξέρω που υπάρχει μια ωραία μηλιά που κάνει πεντανόστιμα μήλα.
- Πού είναι; αποκρίθηκε το γουρουνάκι.
- Πιο κάτω στον μεγάλο κήπο. Αν δεν με κοροϊδέψεις πάλι μπορώ να περάσω αύριο το πρωί στις πέντε να σε πάρω να πάμε.
- Σύμφωνοι, είπε το γουρουνάκι και ο λύκος έφυγε.
Το γουρουνάκι όμως ήταν πονηρό και κατάλαβε πάλι το κόλπο του λύκου. 
 
Έτσι ξύπνησε στις τέσσερις και πήγε γρήγορα στην μηλιά, ελπίζοντας ότι θα προλάβει να γυρίσει πριν να έρθει ο λύκος. 
 
Όμως η διαδρομή ήταν μεγαλύτερη και επιπλέον είχε να σκαρφαλώσει και στο δέντρο.

Όταν λοιπόν, μάζεψε τα μήλα και άρχισε να κατεβαίνει από το δέντρο, είδε από μακριά τον λύκο να έρχεται προς το μέρος του. Όταν ο λύκος έφτασε κάτω από το δέντρο είπε:

- Γουρουνάκι έφτασες πριν από εμένα; Είναι ωραία τα μήλα;
- Ναι πολύ ωραία, είπε το γουρουνάκι. Κάτσε να σου πετάξω ένα κάτω για να δοκιμάσεις.
Και πέταξε το μήλο πολύ μακριά από το δέντρο. 
 
Μέχρι ο λύκος να φτάσει το μήλο, το γουρουνάκι πήδηξε κάτω από την μηλιά και έτρεξε γρήγορα στο σπίτι του.

Ο λύκος δεν το 'βαλε κάτω. 
 
Την επόμενη μέρα το πρωί πήγε πάλι στο γουρουνάκι με καινούριο σχέδιο. 
 
Χτύπησε την πόρτα και είπε:
- Γουρουνάκι το απόγευμα γίνεται ένα πανηγύρι στο διπλανό χωριό. Θέλεις να πάμε;
- Φυσικά, είπε το γουρουνάκι. Τι ώρα θα πας;
- Στις τρείς, είπε ο λύκος και έφυγε.
Το γουρουνάκι, όπως και τις άλλες φορές ξεκίνησε πιο νωρίς και πήγε στο πανηγύρι. 
 
Εκεί αγόρασε ένα βαρέλι και καθώς γύριζε είδε τον λύκο να πηγαίνει προς το σπίτι του. 
 
Τότε, μην έχοντας τι άλλο να κάνει, σκέφτηκε να μπει μέσα στο βαρέλι για να κρυφτεί. 
 
Στην προσπάθειά του όμως να μπεί μέσα στο βαρέλι, αυτό αναποδογύρισε και άρχισε να κατρακυλάει στον λόφο! 
 
Ο λύκος, που δεν είχε δει το γουρουνάκι, είδε το βαρέλι να έρχεται προς τα πάνω του και τρόμαξε πολύ. 
 
Άρχισε λοιπόν να τρέχει για να φύγει και τελικά δεν πήγε στο πανηγύρι.  
 
Το γουρουνάκι μόλις σταμάτησε το βαρέλι, βγήκε από μέσα και πήγε γρήγορα στο σπίτι του. 
 
Μετά από λίγο, ο λύκος ηρέμησε από την λαχτάρα που πήρε και πήγε στο σπίτι του μικρού γουρουνιού. 
 
Χτύπησε την πόρτα και είπε στο γουρουνάκι τι του είχε συμβεί. 
 
Ότι δηλαδή δεν πήγε στο πανηγύρι γιατί τρόμαξε πολύ από ένα βαρέλι που κατρακυλούσε προς τα πάνω του.
- Χα χα, σε κορόιδεψα, είπε το γουρουνάκι. Είχα πάει στο πανηγύρι και αγόρασα ένα βαρέλι. Μόλις σε είδα μπήκα μέσα και άρχισα να κατρακυλάω στην πλαγιά του λόφου για να σε τρομάξω!
Όταν ο λύκος το άκουσε αυτό έγινε έξαλλος.
- Α, ώστε εσύ ήσουν που με τρόμαξες, είπε. Τότε και εγώ θα μπω στο σπίτι σου από την καμινάδα και θα σε φάω!
 
Το γουρουνάκι μόλις το άκουσε αυτό αποφάσισε ότι έπρεπε να δράσει γρήγορα. 
 
Έτσι, μέχρι να καταφέρει ο λύκος να ανέβει στην σκεπή, άρπαξε γρήγορα μια μεγάλη κατσαρόλα και την γέμισε νερό. 
 
Άναψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε μια δυνατή φωτιά στο τζάκι και έβαλε από πάνω την κατσαρόλα. 
 
Όταν ο λύκος ήταν έτοιμος να μπει στην καμινάδα το νερό είχε ήδη αρχίσει να βράζει. 
 
Έτσι, όταν ο λύκος μπήκε στην καμινάδα, έπεσε με φόρα μέσα στην κατσαρόλα με το βραστό νερό και κάηκε.
 
Έτσι, το γουρουνάκι ξεφορτώθηκε τον κακό λύκο και από τότε έζησε αυτό καλά και εμείς καλύτερα!
 
Οι πληροφορίες είναι από την πηγή  
http://www.paixnidokouto.gr/2010/09/ta-tria-gourounakia.html