Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Τα παραμύθια του Άντερσεν 

"Το Ασχημόπαπο"

 

  

Το «ασχημόπαπο» είναι το παραμύθι που μιλάει για τη σημασία του να είναι κανείς διαφορετικός και αποδεκτός από τους άλλους, για την αγάπη στον διπλανό, για την ανάγκη της περιπέτειας και της αναζήτησης.

 

 Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ'ένα καταπράσινο αγρόκτημα μια πάπια. 


Είχε φτιάξει ανάμεσα σε κάτι καλάμια μία μικρή φωλιά κι εκεί κλωσούσε τα αυγά της. 

Κάθε μέρα καθόταν ώρες ολόκληρες πάνω στ'αυγουλάκια, τα ζέσταινε και περίμενε πως και πως να βγουν από μέσα τους τα μικρά παπάκια.

Ώσπου μια μέρα τ'αυγά άρχισαν να ραγίζουν κι από μέσα ξεπρόβαλλαν όμορφα κίτρινα παπάκια. 

Η πάπια καμάρωνε τα παιδάκια της, αλλά κοιτούσε με ανησυχία ένα αυγό που δεν είχε σπάσει ακόμη.

Όταν έσπασε από μέσα δεν βγήκε ένα παπάκι όπως τα προηγούμενα! 

Η πάπια κοίταξε με περιέργεια αυτό το πλασματάκι που είχε γκρίζο τρίχωμα και ήταν πιο άσχημο απο τ'άλλα παπάκια.

- Βρε λες το αυγό να ήταν από γαλοπούλα; σκεφτόταν η πάπια καθώς καμάρωνε τα παπάκια της. 

Θα δούμε.... 

Αν είναι γαλόπουλο θα φοβάται να μπει στο νερό.

Έτσι όταν πέρασαν λίγες μέρες η πάπια πήρε τα παπάκια της και πήγαν στην λιμνούλα που ήταν εκεί κοντά. 

Όλα τα παπάκια ακόμη και το γκρίζο βούτηξαν χαρούμενα στο νερό και ακολούθησαν τη μανούλα τους. 

Η πάπια σαν είδε και το γκρίζο παπί να μπαίνει στο νερό πείστηκε πως ήταν σίγουρα δικό της και αποφάσισε να το αγαπάει όπως και τα άλλα της παιδιά.

Ο καιρός περνούσε κι ενώ τα αδέρφια του γίνονταν όλο και πιο όμορφα, αυτό φαινόταν όλο και πιο άσχημο δίπλα τους. 

Τα ζώα του αγροκτήματος το κορόιδευαν, το ίδιο και τα αδέρφια του.

Εκείνο στεναχωρημένο έτρεχε και κρυβόταν κάτω από τα πούπουλα της μαμάς-πάπιας. 

Μην στεναχωριέσαι παιδάκι μου, του έλεγε εκείνη που το αγαπούσε. 

Δεν είσαι άσχημο, απλά είσαι διαφορετικό.

Μια μέρα όμως μία από τις κότες στο αγρόκτημα το πήρε στο κυνήγι τσιμπώντας το. 

Τα άλλα ζώα βρήκαν την ευκαιρία και άρχισαν να υποστηρίζουν την κότα.

Το παπάκι απογοητευμένο αποφάσισε να φύγει. 

Πήδηξε τον φράχτη της αυλής και ξεκίνησε να βρει ένα μέρος που δεν θα το κορόιδευαν πια. 

Μετά πολλά έφτασε σε μια απομονωμένη λίμνη κι εκεί κρύφτηκε σε μια σπηλιά.

Μια μέρα εκεί που βγήκε από τη σπηλιά μήπως έβρισκε τίποτα σκουλήκια για να φάει είδε στον ουρανό κάτι πανέμορφα πουλιά να πετούν.

Τα θαύμαζε πολύ ώρα μα μόλις πλησίασαν τη λίμνη τρομαγμένο μη το κοροϊδέψουν για την ασχήμια του κρύφτηκε πάλι στην σπηλιά του. 

Πέρασε το καλοκαίρι, το φθινόπωρο και ο χειμώνας και ήρθε ξανά η άνοιξη.

Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος από τότε που το παπάκι είχε φύγει από το σπίτι του. 

Μόλις είχαν λιώσει λίγο τα χιόνια βγήκε από την σπηλιά του για να κολυμπήσει στη λίμνη.

Ξάφνου εκεί που κολυμπούσε είδε στα νερά της λίμνης το είδωλό του! 

Έμεινε έκπληκτο να κοιτάει. 

Γιατί δεν ήταν πια το άσχημο παπάκι αλλά ένας μεγάλος και όμορφος κύκνος! 

Λίγο πιο ΄κει είδε τα όμορφα πουλιά που είχε θαυμάσει τότε, την ώρα που πετούσα. 

Ένα από αυτά το πλησίασε.

Για δες ένας κύκνος. 

Είσαι αδερφός μας λοιπόν. 

Θες να έρθεις μαζί μας; 

Να μας ακολουθείς στα μακρινά μας ταξίδια; 

Το παπάκι που είχε γίνει πια ένας πανέμορφος κύκνος δέχτηκε με χαρά. 

Αποφάσισε να ακολουθήσει τους κύκνους στα μακρινά ταξίδια τους κι έτσι γνώρισε όλο τον κόσμο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου